あらなお

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλένω ξανά
  2. 02 επανεξετάζω, αναθεωρώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
洗い直す
Παρόν (ευγενικό)
洗い直します
Άρνηση (απλή)
洗い直さない
Άρνηση (ευγενική)
洗い直しません
Παρελθόν (απλό)
洗い直した
Παρελθόν (ευγενικό)
洗い直しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
洗い直さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
洗い直しませんでした
Τε-μορφή
洗い直して
Δυνητική
洗い直せる
Προστακτική
洗い直せ
Βουλητική
洗い直そう
Υποθετική (ば)
洗い直せば