あらてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξετάζω επισταμένα, ελέγχω λεπτομερώς, ξετρυπώνω
  2. 02 πλένω προσεκτικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
洗い立てる
Παρόν (ευγενικό)
洗い立てます
Άρνηση (απλή)
洗い立てない
Άρνηση (ευγενική)
洗い立てません
Παρελθόν (απλό)
洗い立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
洗い立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
洗い立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
洗い立てませんでした
Τε-μορφή
洗い立てて
Δυνητική
洗い立てられる
Προστακτική
洗い立てろ
Βουλητική
洗い立てよう
Υποθετική (ば)
洗い立てれば