洗せん濯たく

ουσιαστικό, ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλύσιμο, μπουγάδα
  2. 02 χαλάρωση, αναζωογόνηση, αποβολή (ανησυχιών, κούρασης κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • 洗濯せんたくをします。

    Κάνω μπουγάδα.

  • 今日きょうは天気てんきが良よいので、洗濯物せんたくものを外そとに干ほしました。

    Επειδή ο καιρός είναι καλός σήμερα, άπλωσα τα ρούχα έξω.

  • 忙いそがしい毎日まいにちの中なかで、たまには心こころの洗濯せんたくをすることも大切たいせつだと思おもいます。

    Μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητα, πιστεύω πως είναι σημαντικό να κάνουμε πού και πού ένα «ξέπλυμα» της ψυχής.

Κλίση

Παρόν (απλό)
洗濯する
Παρόν (ευγενικό)
洗濯します
Άρνηση (απλή)
洗濯しない
Άρνηση (ευγενική)
洗濯しません
Παρελθόν (απλό)
洗濯した
Παρελθόν (ευγενικό)
洗濯しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
洗濯しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
洗濯しませんでした
Τε-μορφή
洗濯して
Δυνητική
洗濯できる
Προστακτική
洗濯しろ
Βουλητική
洗濯しよう
Υποθετική (ば)
洗濯すれば