洗せん濯たく物もの

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άπλυτα, μπουγάδα

Παραδείγματα

  • 洗濯物せんたくものを干ほします。

    Απλώνω τα άπλυτα.

  • 朝あさから降ふり続つづいているので、洗濯物せんたくものが乾かわきません。

    Επειδή βρέχει από το πρωί, τα άπλυτα δεν στεγνώνουν.

  • 雨あめが降ふりそうだったので、急いそいで外そとに干ほしてあった洗濯物せんたくものを取とり込こみました。

    Επειδή φαινόταν ότι θα βρέξει, βιάστηκα να μαζέψω τα απλωμένα ρούχα από έξω.