きがいい

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φρέσκος (π.χ. ψάρι)
  2. 02 ζωηρός, γεμάτος ζωντάνια, δραστήριος, γεμάτος ενέργεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
活きがいい
Παρόν (ευγενικό)
活きがいいです
Άρνηση (απλή)
活きがいくない
Άρνηση (ευγενική)
活きがいくないです
Παρελθόν (απλό)
活きがいかった
Παρελθόν (ευγενικό)
活きがいかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
活きがいくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
活きがいくなかったです
Τε-μορφή
活きがいくて
Υποθετική (ば)
活きがいければ