かつれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εφαρμόζω την τέχνη της ανάνηψης (στο τζούντο, κ.λπ.)
  2. 02 δίνω ζωή, διεγείρω, ενθαρρύνω κάποιον, κάνω μια ενθαρρυντική ομιλία σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
活を入れる
Παρόν (ευγενικό)
活を入れます
Άρνηση (απλή)
活を入れない
Άρνηση (ευγενική)
活を入れません
Παρελθόν (απλό)
活を入れた
Παρελθόν (ευγενικό)
活を入れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
活を入れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
活を入れませんでした
Τε-μορφή
活を入れて
Δυνητική
活を入れられる
Προστακτική
活を入れろ
Βουλητική
活を入れよう
Υποθετική (ば)
活を入れれば