かつもとめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσπαθώ να βρω διέξοδο

Κλίση

Παρόν (απλό)
活を求める
Παρόν (ευγενικό)
活を求めます
Άρνηση (απλή)
活を求めない
Άρνηση (ευγενική)
活を求めません
Παρελθόν (απλό)
活を求めた
Παρελθόν (ευγενικό)
活を求めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
活を求めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
活を求めませんでした
Τε-μορφή
活を求めて
Δυνητική
活を求められる
Προστακτική
活を求めろ
Βουλητική
活を求めよう
Υποθετική (ば)
活を求めれば