かっづける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζωντανεύω, εμψυχώνω, τονώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
活気づける
Παρόν (ευγενικό)
活気づけます
Άρνηση (απλή)
活気づけない
Άρνηση (ευγενική)
活気づけません
Παρελθόν (απλό)
活気づけた
Παρελθόν (ευγενικό)
活気づけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
活気づけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
活気づけませんでした
Τε-μορφή
活気づけて
Δυνητική
活気づけられる
Προστακτική
活気づけろ
Βουλητική
活気づけよう
Υποθετική (ば)
活気づければ