かっちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ριζώνω (π.χ. ένα φυτό μετά από εμβολιασμό ή μεταφύτευση), αποκτώ ρίζες, προσαρμόζομαι στο νέο έδαφος
  2. 02 επίσημο εγκαθίσταμαι μόνιμα, ριζώνω και παραμένω σε κάποιο μέρος

Κλίση

Παρόν (απλό)
活着する
Παρόν (ευγενικό)
活着します
Άρνηση (απλή)
活着しない
Άρνηση (ευγενική)
活着しません
Παρελθόν (απλό)
活着した
Παρελθόν (ευγενικό)
活着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
活着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
活着しませんでした
Τε-μορφή
活着して
Δυνητική
活着できる
Προστακτική
活着しろ
Βουλητική
活着しよう
Υποθετική (ば)
活着すれば