かつやく

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δραστηριότητα (ιδίως ενεργητική ή επιτυχημένη), μεγάλες προσπάθειες, ενεργή συμμετοχή
  2. 02 απαρχαιωμένο περπάτημα με μεγάλη ζωντάνια

Παραδείγματα

  • かれ試合しあい活躍かつやくしました

    Έπαιξε καλά στον αγώνα.

  • チームが優勝ゆうしょうできたのは、かれ活躍かつやくのおかげです。

    Η ομάδα κατάφερε να κερδίσει το πρωτάθλημα χάρη στην εξαιρετική του απόδοση.

  • 長年ながねんにわたり、様々さまざま分野ぶんや目覚めざましい活躍かつやくをされてきたかれ功績こうせきは、はかれません。

    Η ανεκτίμητη συμβολή του, έχοντας διαπρέψει σε διάφορους τομείς για πολλά χρόνια, είναι ανυπολόγιστη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
活躍する
Παρόν (ευγενικό)
活躍します
Άρνηση (απλή)
活躍しない
Άρνηση (ευγενική)
活躍しません
Παρελθόν (απλό)
活躍した
Παρελθόν (ευγενικό)
活躍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
活躍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
活躍しませんでした
Τε-μορφή
活躍して
Δυνητική
活躍できる
Προστακτική
活躍しろ
Βουλητική
活躍しよう
Υποθετική (ば)
活躍すれば