派は手で

επίθετο, ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φανταχτερός, επιδεικτικός, κραυγαλέος, έντονος

Παραδείγματα

  • このかばんは派手はでです。

    Αυτή η τσάντα είναι φανταχτερή.

  • 彼女かのじょは派手はでな服ふくが好すきです。

    Της αρέσουν τα φανταχτερά ρούχα.

  • あの女優じょゆうはいつも派手はでな衣装いしょうで舞台ぶたいに立たち、観客かんきゃくを魅了みりょうしています。

    Αυτή η ηθοποιός ανεβαίνει πάντα στη σκηνή με φανταχτερά κοστούμια και μαγεύει το κοινό.