なが

ρήμα, επίθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδειάζω, χύνω, τρέχω, αφήνω να κυλήσει, ξεπλένω, χύνω (αίμα, δάκρυα), διαρρέω
  2. 02 επιπλέω (π.χ. κορμούς σε ποτάμι), αφήνω να παρασυρθεί
  3. 03 ξεπλένω, παρασύρω, σαρώνω
  4. 04 εκπέμπω, παίζω (π.χ. μουσική από μεγάφωνο), στέλνω (ρεύμα μέσω καλωδίου)
  5. 05 κυκλοφορώ (μια φήμη, πληροφορίες κ.λπ.), διαδίδω, διανέμω
  6. 06 κάνω πιάτσα (για ταξί), περιφέρομαι (αναζητώντας πελάτες, κοινό κ.λπ.), πηγαίνω από μέρος σε μέρος
  7. 07 ακυρώνω (ένα σχέδιο, συνάντηση κ.λπ.), ματαιώνω, απορρίπτω (π.χ. ένα νομοσχέδιο)
  8. 08 καταπίπτω (ένα ενέχυρο), χάνω
  9. 09 κάνω χαλαρά (π.χ. τρέξιμο, κολύμπι), κάνω με ευκολία, κάνω αβίαστα
  10. 10 εξορίζω, διώχνω
  11. 11 χτυπάω (την μπάλα) στην απέναντι πλευρά του γηπέδου
  12. 12 επίθημα κάνω απρόσεκτα, κάνω χωρίς συγκέντρωση, βάζω λίγη προσπάθεια
  13. 13 προκαλώ αποβολή, κάνω έκτρωση

Παραδείγματα

  • みずなが

    Ρίχνω νερό.

  • 音楽おんがくながしながら、料理りょうりをします。

    Μαγειρεύω ακούγοντας μουσική.

  • 彼女かのじょかなしすぎて、大粒おおつぶなみだながした

    Ήταν τόσο λυπημένη που έχυσε πολλά δάκρυα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
流す
Παρόν (ευγενικό)
流します
Άρνηση (απλή)
流さない
Άρνηση (ευγενική)
流しません
Παρελθόν (απλό)
流した
Παρελθόν (ευγενικό)
流しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
流さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
流しませんでした
Τε-μορφή
流して
Δυνητική
流せる
Προστακτική
流せ
Βουλητική
流そう
Υποθετική (ば)
流せば