流れる
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ρέω, κυλάω (για υγρό, χρόνο κ.λπ.), απλώνομαι (για μελάνι)
- 02 παρασύρομαι, ξεπλένομαι, μεταφέρομαι
- 03 παρασύρομαι, επιπλέω (π.χ. για σύννεφα), περιπλανιέμαι, περιφέρομαι
- 04 διαδίδομαι, εξαπλώνομαι (π.χ. για φήμη, φωτιά), κυκλοφορώ
- 05 ακούγομαι (π.χ. για μουσική), παίζομαι
- 06 παραδίδομαι, υποκύπτω (π.χ. στην οκνηρία, στην απελπισία)
- 07 περνάω, παρέρχομαι, μεταδίδομαι
- 08 ματαιώνομαι, ακυρώνομαι, χάνομαι
- 09 εξαφανίζομαι, αφαιρούμαι, απομακρύνομαι
Παραδείγματα
-
水が流れます。
Το νερό κυλάει.
-
このカフェにはいつも良い音楽が流れています。
Σε αυτό το καφέ πάντα παίζει ωραία μουσική.
-
残念ながら、悪天候のため予定していたイベントは中止になり、企画は流れてしまいました。
Δυστυχώς, λόγω κακοκαιρίας, η προγραμματισμένη εκδήλωση ακυρώθηκε και έτσι το σχέδιο ναυάγησε.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 流れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 流れます
- Άρνηση (απλή)
- 流れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 流れません
- Παρελθόν (απλό)
- 流れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 流れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 流れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 流れませんでした
- Τε-μορφή
- 流れて
- Δυνητική
- 流れられる
- Προστακτική
- 流れろ
- Βουλητική
- 流れよう
- Υποθετική (ば)
- 流れれば
- Υποθετική (たら)
- 流れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 流れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 流れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 流れなさい
- Παθητική
- 流れられる
- Αιτιατική
- 流れさせる