流会
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ακύρωση συνεδρίασης, αναβολή συνεδρίασης (λόγω έλλειψης απαρτίας)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 流会する
- Παρόν (ευγενικό)
- 流会します
- Άρνηση (απλή)
- 流会しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 流会しません
- Παρελθόν (απλό)
- 流会した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 流会しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 流会しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 流会しませんでした
- Τε-μορφή
- 流会して
- Δυνητική
- 流会できる
- Προστακτική
- 流会しろ
- Βουλητική
- 流会しよう
- Υποθετική (ば)
- 流会すれば
- Υποθετική (たら)
- 流会したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 流会したい
- Απαγορευτική (~な)
- 流会するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 流会しなさい
- Παθητική
- 流会される
- Αιτιατική
- 流会させる