りゅうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκροή, απορροή, διαρροή, χύσιμο, απαλλαγή, αιμορραγία (π.χ. μελανιού σε χαρτί)
  2. 02 εκροή (ανθρώπων, κεφαλαίου κ.λπ.), φυγή (χρυσού, ταλέντων κ.λπ. από μια χώρα), διαρροή (π.χ. προσωπικών δεδομένων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
流出する
Παρόν (ευγενικό)
流出します
Άρνηση (απλή)
流出しない
Άρνηση (ευγενική)
流出しません
Παρελθόν (απλό)
流出した
Παρελθόν (ευγενικό)
流出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
流出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
流出しませんでした
Τε-μορφή
流出して
Δυνητική
流出できる
Προστακτική
流出しろ
Βουλητική
流出しよう
Υποθετική (ば)
流出すれば