りゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτροπή (π.χ. κεφαλαίων), ιδιοποίηση, υπεξαίρεση
  2. 02 χρήση για άλλον σκοπό, επαναχρησιμοποίηση, επαναπροσδιορισμός χρήσης, αξιοποίηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
流用する
Παρόν (ευγενικό)
流用します
Άρνηση (απλή)
流用しない
Άρνηση (ευγενική)
流用しません
Παρελθόν (απλό)
流用した
Παρελθόν (ευγενικό)
流用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
流用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
流用しませんでした
Τε-μορφή
流用して
Δυνητική
流用できる
Προστακτική
流用しろ
Βουλητική
流用しよう
Υποθετική (ば)
流用すれば