流行はやる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 είμαι δημοφιλής, γίνομαι της μόδας
  2. 02 επικρατώ, εξαπλώνομαι ευρέως (π.χ. ασθένεια), είμαι ενδημικός
  3. 03 ακμάζω, ευημερώ

Παραδείγματα

  • この歌うたは流行はやっています。

    Αυτό το τραγούδι είναι δημοφιλές.

  • 去年きょねんはミニスカートが流行はやった。

    Πέρυσι οι μίνι φούστες ήταν στη μόδα.

  • 新型しんがたウイルスが世界中せかいじゅうで流行はやしており、人ひと々の生活せいかつに大おおきな影響えいきょうを与あたえている。

    Ένας νέος ιός εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο και επηρεάζει σημαντικά τη ζωή των ανθρώπων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
流行る
Παρόν (ευγενικό)
流行ります
Άρνηση (απλή)
流行らない
Άρνηση (ευγενική)
流行りません
Παρελθόν (απλό)
流行った
Παρελθόν (ευγενικό)
流行りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
流行らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
流行りませんでした
Τε-μορφή
流行って
Δυνητική
流行れる
Προστακτική
流行れ
Βουλητική
流行ろう
Υποθετική (ば)
流行れば