てん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαρκής αλλαγή, μεταβολές
  2. 02 μετεμψύχωση, μετενσάρκωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
流転する
Παρόν (ευγενικό)
流転します
Άρνηση (απλή)
流転しない
Άρνηση (ευγενική)
流転しません
Παρελθόν (απλό)
流転した
Παρελθόν (ευγενικό)
流転しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
流転しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
流転しませんでした
Τε-μορφή
流転して
Δυνητική
流転できる
Προστακτική
流転しろ
Βουλητική
流転しよう
Υποθετική (ば)
流転すれば