りゅうれん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο νυχτερινή διαμονή εκτός σπιτιού (π.χ. σε οίκο ανοχής), παραμονή έξω

Κλίση

Παρόν (απλό)
流連する
Παρόν (ευγενικό)
流連します
Άρνηση (απλή)
流連しない
Άρνηση (ευγενική)
流連しません
Παρελθόν (απλό)
流連した
Παρελθόν (ευγενικό)
流連しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
流連しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
流連しませんでした
Τε-μορφή
流連して
Δυνητική
流連できる
Προστακτική
流連しろ
Βουλητική
流連しよう
Υποθετική (ば)
流連すれば