流離
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα περιπλάνηση (π.χ. πουλί, εξορία, τρόπος ζωής), μοναχική περιπλάνηση σε μια ξένη χώρα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 流離する
- Παρόν (ευγενικό)
- 流離します
- Άρνηση (απλή)
- 流離しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 流離しません
- Παρελθόν (απλό)
- 流離した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 流離しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 流離しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 流離しませんでした
- Τε-μορφή
- 流離して
- Δυνητική
- 流離できる
- Προστακτική
- 流離しろ
- Βουλητική
- 流離しよう
- Υποθετική (ば)
- 流離すれば
- Υποθετική (たら)
- 流離したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 流離したい
- Απαγορευτική (~な)
- 流離するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 流離しなさい
- Παθητική
- 流離される
- Αιτιατική
- 流離させる