りゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φανέρωση, εκδήλωση συναισθημάτων

Κλίση

Παρόν (απλό)
流露する
Παρόν (ευγενικό)
流露します
Άρνηση (απλή)
流露しない
Άρνηση (ευγενική)
流露しません
Παρελθόν (απλό)
流露した
Παρελθόν (ευγενικό)
流露しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
流露しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
流露しませんでした
Τε-μορφή
流露して
Δυνητική
流露できる
Προστακτική
流露しろ
Βουλητική
流露しよう
Υποθετική (ば)
流露すれば