浚渫
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκβάθυνση, καθαρισμός βυθού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 浚渫する
- Παρόν (ευγενικό)
- 浚渫します
- Άρνηση (απλή)
- 浚渫しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 浚渫しません
- Παρελθόν (απλό)
- 浚渫した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 浚渫しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 浚渫しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 浚渫しませんでした
- Τε-μορφή
- 浚渫して
- Δυνητική
- 浚渫できる
- Προστακτική
- 浚渫しろ
- Βουλητική
- 浚渫しよう
- Υποθετική (ば)
- 浚渫すれば
- Υποθετική (たら)
- 浚渫したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 浚渫したい
- Απαγορευτική (~な)
- 浚渫するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 浚渫しなさい
- Παθητική
- 浚渫される
- Αιτιατική
- 浚渫させる