浩然の気を養う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τονώνω το πνεύμα μου, αναζωογονούμαι, ανεβάζω τη διάθεσή μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 浩然の気を養う
- Παρόν (ευγενικό)
- 浩然の気を養います
- Άρνηση (απλή)
- 浩然の気を養わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 浩然の気を養いません
- Παρελθόν (απλό)
- 浩然の気を養った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 浩然の気を養いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 浩然の気を養わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 浩然の気を養いませんでした
- Τε-μορφή
- 浩然の気を養って
- Δυνητική
- 浩然の気を養える
- Προστακτική
- 浩然の気を養え
- Βουλητική
- 浩然の気を養おう
- Υποθετική (ば)
- 浩然の気を養えば
- Υποθετική (たら)
- 浩然の気を養ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 浩然の気を養いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 浩然の気を養うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 浩然の気を養いなさい
- Παθητική
- 浩然の気を養われる
- Αιτιατική
- 浩然の気を養わせる