ろうにん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιστορικό ρονίν, σαμουράι χωρίς αφέντη
  2. 02 απόφοιτος λυκείου που αναμένει νέα ευκαιρία για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο μετά από αποτυχία στις ετήσιες εισαγωγικές εξετάσεις
  3. 03 άνεργος, άτομο χωρίς εργασία
  4. 04 αρχαϊκό πλάνητας, περιπλανώμενος

Κλίση

Παρόν (απλό)
浪人する
Παρόν (ευγενικό)
浪人します
Άρνηση (απλή)
浪人しない
Άρνηση (ευγενική)
浪人しません
Παρελθόν (απλό)
浪人した
Παρελθόν (ευγενικό)
浪人しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浪人しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浪人しませんでした
Τε-μορφή
浪人して
Δυνητική
浪人できる
Προστακτική
浪人しろ
Βουλητική
浪人しよう
Υποθετική (ば)
浪人すれば