かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιπλέω
  2. 02 εξοικονομώ (έξοδα), κάνω οικονομία
  3. 03 σηκώνομαι ελαφρώς, ανασηκώνομαι (π.χ. όρθιος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮かす
Παρόν (ευγενικό)
浮かします
Άρνηση (απλή)
浮かさない
Άρνηση (ευγενική)
浮かしません
Παρελθόν (απλό)
浮かした
Παρελθόν (ευγενικό)
浮かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮かしませんでした
Τε-μορφή
浮かして
Δυνητική
浮かせる
Προστακτική
浮かせ
Βουλητική
浮かそう
Υποθετική (ば)
浮かせば