かばれない

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδικαίος, που δεν βρίσκει ησυχία στον τάφο του, που δεν αναπαύεται εν ειρήνη

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮かばれない
Παρόν (ευγενικό)
浮かばれないです
Άρνηση (απλή)
浮かばれなくない
Άρνηση (ευγενική)
浮かばれなくないです
Παρελθόν (απλό)
浮かばれなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
浮かばれなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮かばれなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮かばれなくなかったです
Τε-μορφή
浮かばれなくて
Υποθετική (ば)
浮かばれなければ