かばれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπαύομαι εν ειρήνη, βρίσκω αιώνια γαλήνη
  2. 02 αναγνωρίζομαι, διακρίνομαι στον κόσμο, πετυχαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮かばれる
Παρόν (ευγενικό)
浮かばれます
Άρνηση (απλή)
浮かばれない
Άρνηση (ευγενική)
浮かばれません
Παρελθόν (απλό)
浮かばれた
Παρελθόν (ευγενικό)
浮かばれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮かばれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮かばれませんでした
Τε-μορφή
浮かばれて
Δυνητική
浮かばれられる
Προστακτική
浮かばれろ
Βουλητική
浮かばれよう
Υποθετική (ば)
浮かばれれば