かびがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδύομαι
  2. 02 έρχομαι στο προσκήνιο, αναδύομαι (π.χ. από την αφάνεια)
  3. 03 ξεχωρίζω (π.χ. σε σκούρο φόντο)

Παραδείγματα

  • さかな水面すいめん浮かび上がるうかびあがる

    Το ψάρι ανεβαίνει στην επιφάνεια του νερού.

  • 暗闇くらやみから、あやしいかげ浮かび上がったうかびあがった

    Μια ύποπτη σκιά ξεπρόβαλε από το σκοτάδι.

  • 長年ながねんなぞが、あらたな証拠しょうこによってついに浮かび上がってきたうかびあがってきた

    Το επί χρόνια μυστήριο, επιτέλους αποκαλύφθηκε χάρη σε νέα στοιχεία.

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮かび上がる
Παρόν (ευγενικό)
浮かび上がります
Άρνηση (απλή)
浮かび上がらない
Άρνηση (ευγενική)
浮かび上がりません
Παρελθόν (απλό)
浮かび上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
浮かび上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮かび上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮かび上がりませんでした
Τε-μορφή
浮かび上がって
Δυνητική
浮かび上がれる
Προστακτική
浮かび上がれ
Βουλητική
浮かび上がろう
Υποθετική (ば)
浮かび上がれば