かび

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανέρχομαι στην επιφάνεια, αναδύομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮かび出る
Παρόν (ευγενικό)
浮かび出ます
Άρνηση (απλή)
浮かび出ない
Άρνηση (ευγενική)
浮かび出ません
Παρελθόν (απλό)
浮かび出た
Παρελθόν (ευγενικό)
浮かび出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮かび出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮かび出ませんでした
Τε-μορφή
浮かび出て
Δυνητική
浮かび出られる
Προστακτική
浮かび出ろ
Βουλητική
浮かび出よう
Υποθετική (ば)
浮かび出れば