浮うかべる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ρίχνω στο νερό, κάνω να επιπλεύσει, καθελκύω
  2. 02 δείχνω στο πρόσωπο (χαμόγελο, λύπη κ.λπ.), εκφράζω
  3. 03 ανακαλώ, θυμάμαι, φέρνω στο μυαλό μου, φαντάζομαι, σκέφτομαι

Παραδείγματα

  • 紙かみの船ふねを水みずに浮うかべる。

    Ρίχνω το χάρτινο καραβάκι στο νερό.

  • 彼女かのじょはいつも優やさしい笑顔えがおを浮うかべている。

    Εκείνη έχει πάντα ένα γλυκό χαμόγελο στο πρόσωπό της.

  • 遠とおい故郷こきょうの思い出おもいでを心こころに浮うかべ、一人静ひとりしずかに物思いものおもいにふけっていた。

    Ήμουν χαμένος στις σκέψεις μου, θυμόμενος ήσυχα τις αναμνήσεις από τη μακρινή μου πατρίδα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮かべる
Παρόν (ευγενικό)
浮かべます
Άρνηση (απλή)
浮かべない
Άρνηση (ευγενική)
浮かべません
Παρελθόν (απλό)
浮かべた
Παρελθόν (ευγενικό)
浮かべました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮かべなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮かべませんでした
Τε-μορφή
浮かべて
Δυνητική
浮かべられる
Προστακτική
浮かべろ
Βουλητική
浮かべよう
Υποθετική (ば)
浮かべれば