ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναδύομαι στην επιφάνεια, βγαίνω στην επιφάνεια
  2. 02 ξεχωρίζω (π.χ. σε σχέση με ένα υπόβαθρο), διακρίνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮き出る
Παρόν (ευγενικό)
浮き出ます
Άρνηση (απλή)
浮き出ない
Άρνηση (ευγενική)
浮き出ません
Παρελθόν (απλό)
浮き出た
Παρελθόν (ευγενικό)
浮き出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮き出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮き出ませんでした
Τε-μορφή
浮き出て
Δυνητική
浮き出られる
Προστακτική
浮き出ろ
Βουλητική
浮き出よう
Υποθετική (ば)
浮き出れば