浮き浮き
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ευδιάθετα, χαρούμενα, με ανεβασμένη διάθεση, με αίσθημα ευφορίας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 浮き浮きする
- Παρόν (ευγενικό)
- 浮き浮きします
- Άρνηση (απλή)
- 浮き浮きしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 浮き浮きしません
- Παρελθόν (απλό)
- 浮き浮きした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 浮き浮きしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 浮き浮きしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 浮き浮きしませんでした
- Τε-μορφή
- 浮き浮きして
- Δυνητική
- 浮き浮きできる
- Προστακτική
- 浮き浮きしろ
- Βουλητική
- 浮き浮きしよう
- Υποθετική (ば)
- 浮き浮きすれば
- Υποθετική (たら)
- 浮き浮きしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 浮き浮きしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 浮き浮きするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 浮き浮きしなさい
- Παθητική
- 浮き浮きされる
- Αιτιατική
- 浮き浮きさせる