ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιπλέω
  2. 02 χαίρομαι, ευθυμώ
  3. 03 χαλαρώνω, γίνομαι ασταθής
  4. 04 καθομιλουμένη νιώθω αποκομμένος, νιώθω άβολα (π.χ. μεταξύ άλλων)
  5. 05 είμαι επιπόλαιος, είμαι αβέβαιος
  6. 06 μου περισσεύει (π.χ. χρόνος, χρήματα), εξοικονομώ (π.χ. χρήματα)
  7. 07 δεν έχω βάση, είμαι αναξιόπιστος

Παραδείγματα

  • ボールがみず

    Μια μπάλα επιπλέει στο νερό.

  • これで交通費こうつうひ

    Έτσι θα γλιτώσω τα έξοδα μεταφοράς.

  • まわりのひとはなしわず、自分じぶんだけがいているようながした。

    Δεν μπορούσα να βρω κοινά σημεία επαφής με τους γύρω μου, και ένιωθα ότι ήμουν ο μόνος που δεν ταίριαζε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮く
Παρόν (ευγενικό)
浮きます
Άρνηση (απλή)
浮かない
Άρνηση (ευγενική)
浮きません
Παρελθόν (απλό)
浮いた
Παρελθόν (ευγενικό)
浮きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮きませんでした
Τε-μορφή
浮いて
Δυνητική
浮ける
Προστακτική
浮け
Βουλητική
浮こう
Υποθετική (ば)
浮けば