よう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άνωση, πλεύση (π.χ. στον αέρα, στο νερό), επίπλευση, αναπτέρωση (π.χ. οικονομίας)

Κλίση

Παρόν (απλό)
浮揚する
Παρόν (ευγενικό)
浮揚します
Άρνηση (απλή)
浮揚しない
Άρνηση (ευγενική)
浮揚しません
Παρελθόν (απλό)
浮揚した
Παρελθόν (ευγενικό)
浮揚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浮揚しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浮揚しませんでした
Τε-μορφή
浮揚して
Δυνητική
浮揚できる
Προστακτική
浮揚しろ
Βουλητική
浮揚しよう
Υποθετική (ば)
浮揚すれば