浮腫む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πρήζομαι, διογκώνομαι, παρουσιάζω οίδημα (π.χ. πρόσωπο από έλλειψη ύπνου), πρήζομαι από κατακράτηση υγρών
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 浮腫む
- Παρόν (ευγενικό)
- 浮腫みます
- Άρνηση (απλή)
- 浮腫まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 浮腫みません
- Παρελθόν (απλό)
- 浮腫んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 浮腫みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 浮腫まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 浮腫みませんでした
- Τε-μορφή
- 浮腫んで
- Δυνητική
- 浮腫める
- Προστακτική
- 浮腫め
- Βουλητική
- 浮腫もう
- Υποθετική (ば)
- 浮腫めば
- Υποθετική (たら)
- 浮腫んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 浮腫みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 浮腫むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 浮腫みなさい
- Παθητική
- 浮腫まれる
- Αιτιατική
- 浮腫ませる