よくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λούζομαι, κάνω μπάνιο
  2. 02 δέχομαι, απολαμβάνω (τιμή, εύνοια, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
浴する
Παρόν (ευγενικό)
浴します
Άρνηση (απλή)
浴しない
Άρνηση (ευγενική)
浴しません
Παρελθόν (απλό)
浴した
Παρελθόν (ευγενικό)
浴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浴しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浴しませんでした
Τε-μορφή
浴して
Δυνητική
浴できる
Προστακτική
浴しろ
Βουλητική
浴しよう
Υποθετική (ば)
浴すれば