びせかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταβρέχω, περιλούζω
  2. 02 βομβαρδίζω (με ερωτήσεις), κατακλύζω (με επαίνους), εξαπολύω (ύβρεις), εκτοξεύω (προσβολές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
浴びせかける
Παρόν (ευγενικό)
浴びせかけます
Άρνηση (απλή)
浴びせかけない
Άρνηση (ευγενική)
浴びせかけません
Παρελθόν (απλό)
浴びせかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
浴びせかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
浴びせかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
浴びせかけませんでした
Τε-μορφή
浴びせかけて
Δυνητική
浴びせかけられる
Προστακτική
浴びせかけろ
Βουλητική
浴びせかけよう
Υποθετική (ば)
浴びせかければ