浴びる
ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 κάνω ντους, λούζομαι, απολαμβάνω (π.χ. τον ήλιο), εκτίθεμαι (π.χ. στον ήλιο), πλημμυρίζω (π.χ. φως), κατακλύζομαι (π.χ. φως), καλύπτομαι από
- 02 δέχομαι (π.χ. επίθεση, κριτική, έπαινο), προσελκύω (π.χ. προσοχή), κατακλύζομαι από (π.χ. κριτική, έπαινο)
Παραδείγματα
-
毎日シャワーを浴びます。
Κάνω ντους κάθε μέρα.
-
公園で日光を浴びてリラックスしました。
Έκανα ηλιοθεραπεία στο πάρκο και χαλάρωσα.
-
彼女の作品は国内外から高い評価を浴びた。
Το έργο της έλαβε μεγάλη αναγνώριση τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 浴びる
- Παρόν (ευγενικό)
- 浴びます
- Άρνηση (απλή)
- 浴びない
- Άρνηση (ευγενική)
- 浴びません
- Παρελθόν (απλό)
- 浴びた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 浴びました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 浴びなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 浴びませんでした
- Τε-μορφή
- 浴びて
- Δυνητική
- 浴びられる
- Προστακτική
- 浴びろ
- Βουλητική
- 浴びよう
- Υποθετική (ば)
- 浴びれば
- Υποθετική (たら)
- 浴びたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 浴びたい
- Απαγορευτική (~な)
- 浴びるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 浴びなさい
- Παθητική
- 浴びられる
- Αιτιατική
- 浴びさせる