かいがいらし

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαμονή στο εξωτερικό, ζωή στο εξωτερικό

Κλίση

Παρόν (απλό)
海外暮らしする
Παρόν (ευγενικό)
海外暮らしします
Άρνηση (απλή)
海外暮らししない
Άρνηση (ευγενική)
海外暮らししません
Παρελθόν (απλό)
海外暮らしした
Παρελθόν (ευγενικό)
海外暮らししました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
海外暮らししなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
海外暮らししませんでした
Τε-μορφή
海外暮らしして
Δυνητική
海外暮らしできる
Προστακτική
海外暮らししろ
Βουλητική
海外暮らししよう
Υποθετική (ば)
海外暮らしすれば