ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σβήνω σταδιακά (για φωνή), εξασθενώ, περιορίζομαι, λιγοστεύω
  2. 02 νιώθω την ψυχή μου να εγκαταλείπει το σώμα μου (από αμηχανία, θλίψη κ.λπ.), νιώθω λιποθυμική τάση, νιώθω μούδιασμα, νιώθω σαν να πεθαίνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
消え入る
Παρόν (ευγενικό)
消え入ります
Άρνηση (απλή)
消え入らない
Άρνηση (ευγενική)
消え入りません
Παρελθόν (απλό)
消え入った
Παρελθόν (ευγενικό)
消え入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
消え入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
消え入りませんでした
Τε-μορφή
消え入って
Δυνητική
消え入れる
Προστακτική
消え入れ
Βουλητική
消え入ろう
Υποθετική (ば)
消え入れば