消し込み
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμφωνία (λογιστική), επαλήθευση συναλλαγών με παραστατικά, διακανονισμός
- 02 βύθιση του φελλού όταν το ψάρι τσιμπάει το δόλωμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 消し込みする
- Παρόν (ευγενικό)
- 消し込みします
- Άρνηση (απλή)
- 消し込みしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 消し込みしません
- Παρελθόν (απλό)
- 消し込みした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 消し込みしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 消し込みしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 消し込みしませんでした
- Τε-μορφή
- 消し込みして
- Δυνητική
- 消し込みできる
- Προστακτική
- 消し込みしろ
- Βουλητική
- 消し込みしよう
- Υποθετική (ば)
- 消し込みすれば
- Υποθετική (たら)
- 消し込みしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 消し込みしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 消し込みするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 消し込みしなさい
- Παθητική
- 消し込みされる
- Αιτιατική
- 消し込みさせる