ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμφωνία (λογιστική), επαλήθευση συναλλαγών με παραστατικά, διακανονισμός
  2. 02 βύθιση του φελλού όταν το ψάρι τσιμπάει το δόλωμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
消し込みする
Παρόν (ευγενικό)
消し込みします
Άρνηση (απλή)
消し込みしない
Άρνηση (ευγενική)
消し込みしません
Παρελθόν (απλό)
消し込みした
Παρελθόν (ευγενικό)
消し込みしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
消し込みしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
消し込みしませんでした
Τε-μορφή
消し込みして
Δυνητική
消し込みできる
Προστακτική
消し込みしろ
Βουλητική
消し込みしよう
Υποθετική (ば)
消し込みすれば