しょうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξαφανίζομαι
  2. 02 εξαφανίζω, ξεφορτώνομαι
  3. 03 περνώ (για τον χρόνο), αναλώνω (τον χρόνο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
消する
Παρόν (ευγενικό)
消します
Άρνηση (απλή)
消しない
Άρνηση (ευγενική)
消しません
Παρελθόν (απλό)
消した
Παρελθόν (ευγενικό)
消しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
消しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
消しませんでした
Τε-μορφή
消して
Δυνητική
消できる
Προστακτική
消しろ
Βουλητική
消しよう
Υποθετική (ば)
消すれば