しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παραθερισμός, πέρασμα του καλοκαιριού

Κλίση

Παρόν (απλό)
消夏する
Παρόν (ευγενικό)
消夏します
Άρνηση (απλή)
消夏しない
Άρνηση (ευγενική)
消夏しません
Παρελθόν (απλό)
消夏した
Παρελθόν (ευγενικό)
消夏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
消夏しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
消夏しませんでした
Τε-μορφή
消夏して
Δυνητική
消夏できる
Προστακτική
消夏しろ
Βουλητική
消夏しよう
Υποθετική (ば)
消夏すれば