しょうきょく

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παθητικός, αρνητικός, συντηρητικός
  2. 02 αποπόλωση
  3. 03 απαρχαιωμένο κάθοδος

Κλίση

Παρόν (απλό)
消極する
Παρόν (ευγενικό)
消極します
Άρνηση (απλή)
消極しない
Άρνηση (ευγενική)
消極しません
Παρελθόν (απλό)
消極した
Παρελθόν (ευγενικό)
消極しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
消極しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
消極しませんでした
Τε-μορφή
消極して
Δυνητική
消極できる
Προστακτική
消極しろ
Βουλητική
消極しよう
Υποθετική (ば)
消極すれば