涙なみだが出でる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δακρύζω, βάζω τα κλάματα

Παραδείγματα

  • 涙なみだが出でる。

    Δακρύζω.

  • 悲かなしい映画えいがを見みると、いつも涙なみだが出でます。

    Όταν βλέπω μια θλιβερή ταινία, πάντα δακρύζω.

  • 嬉うれしすぎて涙なみだが出でてきたが、なんとか堪こらえることができた。

    Ήμουν τόσο χαρούμενος που μου ήρθαν δάκρυα, αλλά κατάφερα να συγκρατηθώ.

Κλίση

Παρόν (απλό)
涙が出る
Παρόν (ευγενικό)
涙が出ます
Άρνηση (απλή)
涙が出ない
Άρνηση (ευγενική)
涙が出ません
Παρελθόν (απλό)
涙が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
涙が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
涙が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
涙が出ませんでした
Τε-μορφή
涙が出て
Δυνητική
涙が出られる
Προστακτική
涙が出ろ
Βουλητική
涙が出よう
Υποθετική (ば)
涙が出れば