とくしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρωχημένο διαφθορά (ιδίως δημόσιου υπαλλήλου), δωροδοκία

Κλίση

Παρόν (απλό)
涜職する
Παρόν (ευγενικό)
涜職します
Άρνηση (απλή)
涜職しない
Άρνηση (ευγενική)
涜職しません
Παρελθόν (απλό)
涜職した
Παρελθόν (ευγενικό)
涜職しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
涜職しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
涜職しませんでした
Τε-μορφή
涜職して
Δυνητική
涜職できる
Προστακτική
涜職しろ
Βουλητική
涜職しよう
Υποθετική (ば)
涜職すれば