液えき

ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υγρό, ρευστό

Παραδείγματα

  • これは液えきです。

    Αυτό είναι υγρό.

  • 目薬めぐすりは液体えきたいの薬くすり、つまり液えきです。

    Οι οφθαλμικές σταγόνες είναι υγρό φάρμακο, δηλαδή υγρό.

  • 科学かがくの実験じっけんで、複数ふくすうの物質ぶっしつを混まぜ合あわせてできた、あの透明とうめいな液えきは何なにだったのか、私わたしには見当けんとうもつきません。

    Δεν έχω ιδέα τι ήταν αυτό το διαφανές υγρό που προέκυψε από την ανάμειξη πολλαπλών ουσιών στο επιστημονικό πείραμα.