かんよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλλιέργεια (χαρακτήρα, αρετής, κ.λπ.), ενίσχυση, ανάπτυξη (π.χ. μιας δεξιότητας)
  2. 02 εμπλουτισμός (υπόγειων υδάτων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
涵養する
Παρόν (ευγενικό)
涵養します
Άρνηση (απλή)
涵養しない
Άρνηση (ευγενική)
涵養しません
Παρελθόν (απλό)
涵養した
Παρελθόν (ευγενικό)
涵養しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
涵養しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
涵養しませんでした
Τε-μορφή
涵養して
Δυνητική
涵養できる
Προστακτική
涵養しろ
Βουλητική
涵養しよう
Υποθετική (ば)
涵養すれば