淀む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λιμνάζω
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα καθιζάνω, κατακάθομαι
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα νωχελικός γίνομαι, ατονώ
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα καθυστερώ, διστάζω, τραυλίζω, σκοντάφτω στον λόγο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 淀む
- Παρόν (ευγενικό)
- 淀みます
- Άρνηση (απλή)
- 淀まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 淀みません
- Παρελθόν (απλό)
- 淀んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 淀みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 淀まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 淀みませんでした
- Τε-μορφή
- 淀んで
- Δυνητική
- 淀める
- Προστακτική
- 淀め
- Βουλητική
- 淀もう
- Υποθετική (ば)
- 淀めば
- Υποθετική (たら)
- 淀んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 淀みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 淀むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 淀みなさい
- Παθητική
- 淀まれる
- Αιτιατική
- 淀ませる