淘げる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο συνήθως γραμμένο με κάνα ξεχωρίζω και απορρίπτω, κοσκινίζω και ταξινομώ, ξεπλένω (ακαθαρσίες, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 淘げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 淘げます
- Άρνηση (απλή)
- 淘げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 淘げません
- Παρελθόν (απλό)
- 淘げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 淘げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 淘げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 淘げませんでした
- Τε-μορφή
- 淘げて
- Δυνητική
- 淘げられる
- Προστακτική
- 淘げろ
- Βουλητική
- 淘げよう
- Υποθετική (ば)
- 淘げれば
- Υποθετική (たら)
- 淘げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 淘げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 淘げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 淘げなさい
- Παθητική
- 淘げられる
- Αιτιατική
- 淘げさせる